Πόνος
80 μαντινάδες
Ψηλά κοιτώ, στον ουρανό,και το μιλώ τ' αέρα,δώσε και μένα μια χαρά,ουράνιε πατέρα.
Δύο νέοι μας χαθήκανε,στους κρητικούς τους δρόμους,κι είναι βαρύ κι ασήκωτο,το πένθος μας στους ώμους.
Σαν πιάνεις το μπουζούκι σου,Πέτρο, και παίζεις νότες,πάντα μου φέρνεις στο μυαλό,τσ' αθιβολές τις πρώτες.
Να 'ταν η σκέψη μου κλωστή,να έκοβα το νήμα,παρά να κλαίω τα όνειραπου άφησες στο μνήμα.
Τα μάτια σου με γέμισαν,μ' ένα καράβι πόνο,μα είμαι εδώ να τα θωρώ,εκείνα θέλω μόνο.
Εγκλωβισμένο το μυαλό,σε λέξεις και εικόνες,σαν το παιδί δημοτικού,που βάνουνε κανόνες.
Νεκρός να ζω, ή ζωντανός,να μπω μέσα στο χώμα;Φως μου, και δεν κατάφερα,να ξεδιαλέξω ακόμα.
Στην καταχνιά γεννήθηκα,το μαύρο της μου μοιάζει,είναι το χρώμα του καημού,και στην καρδιά ταιριάζει.
Μέρα και νύχτα ξαγρυπνώ,δεν ξέρω τι θα γίνει,ποιος είδε κάποιον που πονά,τα μάτια του να κλείνει;
Μέσα στο νου χαρές κρατώ,και έχω φυλαγμένες,παλιές στιγμές που ζήσαμε,στα χρόνια ξεχασμένες.
Έντυσα μαύρα το κορμί,και άρχισα να σκάβω,τα όνειρα που σου ’φτιαχνα,στο φεύγα σου να θάβω.
Πάω και στέκω σε γκρεμούς,τις σιγαλιές γυρεύω,σαν είναι ο πόνος δυνατός,μόνος να τον παλεύω.
Ω το ρημάδι για μυαλό,άρχισε εδά να καίει,στ’ αθιβολής σου το καημό,και ντάκαρε να κλαίει.
Ξάφνου αστράφτει που ’λιάζε,συννέφιασε στην ώρα,είπα τον πόνο τ’ουρανού,και το βγάλε σε μπόρα.
Κοιτώ σκιές που μοιάζουνελιγάκι στη δική σου,να ξεχαστώ πως ήμουναένα λεπτό μαζί σου.
Πειράγματα που κάνει ο νους,κάθε φορά που κλαίω,θαρρώ πως είσαι δίπλα μου,τον πόνο μου σου λέω.
Μες στα νερά τ’ Αχέροντα,με Χάρο για βαρκάρη,μοιρολογάς με κλάματα,«μου ’φυγε, που να πάρει».
Όταν γελώ, χαμογελώ,μα ’ναι μικρή μου ψέμα,το κρύβω να μη φαίνεται,μα βγαίνει μου στο βλέμμα.