Κρήτη
21 μαντινάδες
Πόντος και Κρήτη τα κρατούν,τα σύνορα κλεισμένα,Ελλάδα, μη σ’ αγγίξουνε,χέρια που είναι ξένα.
Φιλοξενία και τιμή,αντρειά και καμάρι,έχουμε όλοι οι Κρητικοί,και ποιος θα μας τα πάρει;
Η μέρα έχει γρουσουζιά,και δεκατρείς και Τρίτη,μ’ αυτά εδώ δεν πιάνουνε,λεβεντογέννα Κρήτη.
Βατόλακκος ένα χωριό,στην Κρήτη με αντρεία,που Τούρκο δεν φοβήθηκε,μήδε και Γερμανία.
Της Κρήτης τα Άγια χώματα,όποιος εχθρός πατήσει,την τύχη που ’χαν Γερμανοί,κι αυτός θα αντικρίσει.
Για πάντα ανυπόταχτος,στα όρη σαν αγρίμι,κι απού μπορεί κι απάνω του,ας έρθει να με κρίνει.
Έχω αξία, λεβεντιά,τιμή μα και καμάρι,και μόνο θάνατος μπορεί,'πο μένα να τα πάρει.
Δύο νέοι μας χαθήκανε,στους κρητικούς τους δρόμους,κι είναι βαρύ κι ασήκωτο,το πένθος μας στους ώμους.
ΟΦΗ φωνάζω να ακουστεί,σε όλο τον πλανήτη,είναι καμάρι του νησιού,λεβεντογέννα Κρήτη.
Ό,τι κι αν γίνει στη ζωή,κατέχω το αλαβάρι,κι έτσι αντέχω τσι καημούς,και τση καρδιάς τα βάρη.
Μες στο χορό άλλη καμιά,με τα δικά σου ζάλα,την Κρήτη κι αν εγύρισα,δεν ξαναβρήκα άλλα.
Ξέρεις τι μας κρατά ψηλά,σε τούτονε τον τόπο;Πρώτον είναι η λεβεντιά,και δεύτερον, το πρώτο.
Στον Μυλοπόταμο θα βρειςτον Νίκο και τον Γιάννη,δυο άντρες, που 'ναι δύσκολοκανείς να τους πικράνει.
Όλη η Κρήτη χαίρεται,στο πρώτο σου το ζάλο,βάνεις το κόσμο σε σεβντά,και πειρασμό μεγάλο.
Θα δεις, θα 'ρθει μιαν εποχή,χιλιοτραγουδισμένη,που μαντινάδες θ' ακουστούνσ' όλη την οικουμένη.
Κάθε χρονιά τέτοια εποχή,γυρίζω στο χωριό μου,μ' αρέσει μες στον Αύγουστο,να διώχνω τον καημό μου.
Φαίνεται ο πατέρας σου,πως είναι καλλιτέχνης,γι' αυτό στην Κρήτη περπατά,κινούμενο έργο τέχνης.
Μια μαντινάδα δε χωρεί,να γράψω για την Κρήτη,γιατί 'ναι η ομορφότερη,απ' όλο τον πλανήτη.