Πόνος
80 μαντινάδες
Όταν σε δω χαμογελώ,μα ποιος να το πιστέψει,ο ίδιος άνθρωπος μπορεί,και να με καταστρέψει.
Έφυγες και παράτησες,τα όνειρα μας άδεια,και θα πονώ όσο θα ζω,αγάπη μου τα βράδια.
Κορμί μου σε κατάστρεψε,μα μη σε δω σε θλίψη,ακόμα κι όταν έφευγε,φώναζες θα σου λείψει.
Ήρθε ξανά η Κυριακή,κι ένα κερί θ' ανάψω,τάμα εσύ να 'σαι καλά,κι εμένα ας με θάψω.
Δε γράφω να ’μαι ποιητής,δε γράφω να σ’ αρέσει,γράφω γιατί αφήσαμε,τα όνειρα στη μέση.
Όλα περνάνε γρήγορα,εκτός από τον πόνο,λες κι έχει Θεέ μου δύναμη,να σταματά τον χρόνο.
Δεν λιάζει απ’ όταν έφυγες,μόνο βροχές και κρύο,και κολλημένο το μυαλό,μες στο δικό σου αντίο.
Έφυγαν χρόνια, πέρασαν,μα δεν περνά ο πόνος,στου χωρισμού μας τη βραδιά,σταμάτησε ο χρόνος.
Μ’ αρέσουν νύχτες με βροχή,στις δυο, στις τρεις η ώρα,να στέκω και τις τύψεις μου,να τις ξεπλένει η μπόρα.
Τις νύχτες που 'μαι μόνος μου,και σκέφτομαι εσένα,βρίσκω συχνά τα μάτια μου,αγάπη μου, κλαμένα.
Μπερδεύουνε τα δάκρυα,με της βροχής τις στάλες,και σβήνουνε τη φλόγα μου,στείλε Θεέ μου κι άλλες.
Μπορεί να ήρθε το πρωί,κι ο ήλιος να χαράζει,μα τέλειωσε το όνειρο,κι η μέρα με τρομάζει.
Μέσα στη νύχτα κλάματα,πάλι στα μάτια τρέχουν,βάρα με, μοίρα, βάρα με,τα παλικάρια αντέχουν.
Μέσα στους πόνους σ’ έμαθα,κορμί μου, να πηγαίνεις,γι’ αυτό στον πόνο δε λυγάς,κι όρθιο πάντα μένεις.
Μου λείπεις, μάνα, και πονώ,να γράψω τι και γιάντα;που σ’ έχασα και έχασα,απ’ τη ζωή τα πάντα.
Όταν χαθώ, τα λόγια μου,θα έχεις πίσω μόνο,να σου κρατάνε συντροφιά,τις νύχτες μες στον πόνο.
Με τη σιωπή σου συζητώ,και στο κενό κοιτάζω,σαν τον τρελό κατάντησα,για σένα και τρομάζω.
Μπορεί να μένω σιωπηλός,μέσα σε τόσο πόνο,μα είμαι άνθρωπος κι εγώ,αγάπη μου και λιώνω.