Πόνος
80 μαντινάδες
Νοστάλγησαν τα μάτια μου,τον τρόπο που κοιτούσες,χωρίς να πούμε τίποτα,γι’ αγάπη μου μιλούσες.
Όλα τα όνειρα του χτες,κι απόψε με πονάνε,τόσα χιλιάδες «σ’ αγαπώ»,κορίτσι μου, πού να ’ναι;
Πρώτη του Οκτώβρη σήμερα,για μένα άλλη μια μέρα,αφού ’σαι αλλού και δύσκολα,θα πούμε «καλημέρα».
Πού να το πω και ποιος μπορεί,Θεέ μου, να πιστέψει,πως μαραζώνει το κορμί,όποτε 'ρθει στη σκέψη.
Σπάω τον ήχο της σιωπής,φως μου, γιατί τρομάζω,και τ’ όνομά σου με λυγμούς,αγάπη μου, φωνάζω.
Χωρίς εσένα δίπλα μου,το νόημα πιο θα 'ναι;να είμαι αλλού και να γελώόποτε σε θυμάμαι.
Σαν φάρος μες στη σκοτεινιά,κρατώ ακόμη φως μου,κι ας έχει γίνει θάλασσαγια σένα ο καημός μου.
Δε σας ξεχνώ ούτε λεπτό,Τάσο κι εσένα Φάνη,κι ας φύγατε, η σκέψη σαςμόνο καλό μου κάνει.
Εξέχασε το στόμα μου,το γέλιο πώς το βγάζει,αφού του λείπεις δεν γελά,μονάχα αναστενάζει.
Τι καλημέρα να σου πω,που ζω στη σκοτεινιά της,που μου ’κλεψαν τα χρώματα,τα μάτια τα δικά της.
Δεν ξαναγράφω για έρωτες,για αγάπες και λουλούδια,μόνο για πόνο θα μιλώ,και πένθιμα τραγούδια.
Θα δεις λοιπόν τι ήμουνα,όταν σε τρων’ οι πόνοι,κι όλο αυτό που ζήσαμε,δεν σβήνουνε οι χρόνοι.
Μπορεί όλα να τέλειωσαν,μα δε θα λησμονήσω,παλιές στιγμές που ζήσαμε,για πάντα θα κρατήσω.
Στέκω να δω να έρχεσαι,εσύ φθινόπωρό μου,στα πρωτοβρόχια να κρυφτεί,το δάκρυ το δικό μου.
Αν μου 'δίναν τη δύναμη,να γύριζα τον χρόνο,μες στη δικιά μας την αρχή,θα γύριζα και μόνο.
Ο πόνος είναι δάσκαλος,και μαθητής συγχρόνως,και θα το δεις στο μάθημα,στην τάξη θα 'σαι μόνος.
Ο θάνατός σου στο μυαλό,θα πω πως είν' παιχνίδι,να μη πονώ που σ' έχασα,γιαγιά, καλό ταξίδι.
Άμε να βρεις και τον παππού,παρέα τώρα να 'στε,κι οι δυο μαζί μια αγκαλιά,τίποτα μη φοβάστε.