Χιούμορ
19 μαντινάδες
Θεέ μου, την βαρέθηκα,ετούτηνε τη μέρα,απ’ τη βδομάδα βγάλτε την,τη τσαγκαροΔευτέρα!
Ανάθεμα σε για μυαλό,κι ήντα καψούρα έχεις,ενώ σου λέει μακριά,πάλι κοντά της τρέχεις.
Η μέρα έχει γρουσουζιά,και δεκατρείς και Τρίτη,μ’ αυτά εδώ δεν πιάνουνε,λεβεντογέννα Κρήτη.
Της γράφω μια, της γράφω δυο,μου λέει «ξανά κάν’ το»,στο δεκαπεντασύλλαβο,εγώ κάνω κουμάντο.
Βιβλιοπώλης έβαλε,μαύρα μαλλιά σαν κούκο,άντε «κουρέψου» Άδωνη,ξέρεις εσύ, μπουμπούκο.
Πήγα να βρω στο λεξικότη λέξη «αχαριστία»,κι 'χε δικιά σου να γελάς,μία φωτογραφία.
Στην Καλαμάτα κοπελιά,θα 'ρθω για να σε κλέψω,κι όποιος σταθεί εμπόδιο,μια σφαίρα θα του πέψω.
Πάνω της όλα καστανά,και μ' έκανε κομμάτια,και τα μαλλιά της καστανά,και καστανά τα μάτια.
Είμαι αλλιώτικος πολύ,δεν μοιάζω με κανέναν,χίλιους να βάλεις δίπλα σου,ξανά θα θες τον «έναν».
Είμαι αλλιώτικος πολύ,στους άσπρους είμαι μαύρος,εγώ βοσκός γεννήθηκα,μα καταλήγω ταύρος.
Μία βραδιά ανέ βρεθείς,φίλε μου στην Αθήνα,η κεφαλή σου θα πονά,μπάρε μου έναν μήνα.
Όλοι οι γαμπροί να βάλουνε,στα μέσα αγγελία,δε θα σε πάρουν εύκολα,όμορφη Ευαγγελία!
Τάξε πως είμαι αόρατος,και δε με λογαριάζεις,να 'ρθω, κερά μου, να σε δω,την ώρα που πλιαγιάζεις.
Μέρα που είναι σήμερο,τ’ Αγίου Φανουρίου,εύχομαι την φανέρωση,να βρείτε του Αγίου.
Με ρώτησαν τι έπαθα,κι έδειξα τη μορφή σου,κι είπαν «καλά σου ξέτελα»κι η Παναγιά μαζί σου.
Έφυγε ο γάιδαρος,του φίλου μου του Λευτέρη,κι έτρεχε μες στη πόλη μαςπίσω για να τον φέρει.
Φαίνεται ο πατέρας σου,πως είναι καλλιτέχνης,γι' αυτό στην Κρήτη περπατά,κινούμενο έργο τέχνης.
Δημιουργός είναι ο θεός,εγώ απλά τις γράφω,κι αφού λοιπόν ζητήσατε,με Πρέκας θα υπογράφω.