Πόνος
80 μαντινάδες
Ίντα πληγή φεγγάρι μου,σε κάνει έτσι γκρίζο,πες μου κι εμένα που πονώ,ν' αρχίσω να ελπίζω.
Κάθε πρωί νέα αρχή,μήπως και γιάνει ο πόνος,λένε καλύτερος γιατρός,είναι, κερά μου, ο χρόνος.
Απ' όταν εχωρίσαμε,πράμα δεν έχω άλλο,λίγες χαρές, δεν έσβησαν,ποτέ σεβντά μεγάλο.
Με τη σιωπή, σου φώναζα,πόνους πολλούς κρατούσα,και με τα μάτια μου τα δυο,πριν φύγεις, σου μιλούσα.
Τον λυπημένο άνθρωπο,που σου χαμογελάει,πρέπει να τονε σέβεσαι,γελά, ενώ πονάει.
Ήρθες ξανά σαν όνειρο,την ώρα που κοιμόμουν,και όσες στιγμές περάσαμε,δίπλα μου εδά ξαπλώνουν.
Κάθε χαρά μου 'ναι μισή,τραγούδια μόνο λύπης,ας ήξερες, μανούλα μου,πόσο πολύ μου λείπεις.
Τι μαντινάδα να γραφτεί,να με παρηγορήσει,που 'ναι τα πάθη μου πολλάσ' ετούτηνε τη ζήση;
Αγιά Βαρβάρα χαίρομαι,όταν κερί σ' ανάβω,όλοι οι πόνοι φεύγουνεχωρίς να καταλάβω.
Μπροστά γκρεμός, κι η σκέψη μουπάλι παιχνίδια κάνει,«πέσε», φωνάζει δυνατά,«δε σ' αγαπάει, φτάνει».
Δε με φοβίζει ο χωρισμός,ό,τι πονά τ' αντέχω,μα με πονά να σε θωρώ,φως μου, κι να μη σ' έχω.
Αν γιάνει με το κλάμα μου,για μια στιγμή ο πόνος,γέλα εσύ, να κλαίω εγώ,μα να γενεί συγχρόνως.
Σβήνουν οι λέξεις στον καιρό,μα μένει πίσω πόνος,που δεν γιατρεύεται ποτέ,κι αν δε πιστεύεις.. Κι όμως.
Κάθε χρονιά τέτοια εποχή,γυρίζω στο χωριό μου,μ' αρέσει μες στον Αύγουστο,να διώχνω τον καημό μου.
Ξυπνώ μέσα στα κλάματα,και το κορμί μου καίει,έγινες πάλι η αφορμή,το δάκρυ μου να ρέει.
Ξυπνάω και έχω στο κορμί,πάλι πληγές γεμίσει,κι ήρθαν στο νου, παλιές στιγμές,που' χα μαζί σου ζήσει.
Ξυπνώ και πάλι το κορμίγεμάτο πόνο βρίσκω,και τις στιγμές που πόναγε,μαζί σου, του θυμίζω.
Δικό μου πόνο δε θα δεις,έξω απ' τα χείλη να' ναι,έναν, που να βοήθησεποτέ μου δεν θυμάμαι.