#μαντινάδες
346 μαντινάδες
Προδότης όποιος αγαπά,μα πίσω μαχαιρώνει,κι ό,τι στον άλλον έκανες,ο χρόνος στο πληρώνει.
Στάσου, πριν φύγεις μια στιγμή,να σου γυρίσω πίσω,πόνους, καημούς και κλάματα,κι ήσυχη θα σ’ αφήσω.
Δεν τη φοβάμαι τη ζωή,και θα το δεις στην πράξη,κι ο θάνατος μου δύσκολα,μπορεί να με τρομάξει.
Κράτα μια θέση στην καρδιά,στον χρόνο μη με σβήσεις,μου είχες πει πως δε θα βρεις,πιο πάνω ν’ αγαπήσεις.
Τη μοίρα γράφω μόνος μου,τα πεπρωμένα θα έρθουν,όμως, για κείνα άνιση,η μάχη που θα έχουν.
Τιμή, αντρεία, λεβεντιά,μες στην ψυχή χωμένα,να πολεμώ της μοίρας μου,τα μαύρα πεπρωμένα.
Γερά βαστώ στο φεύγα σου,κι ό,τι κακό κι αν είχες,κι άμα ρωτούν τι έγινε,κάνω πως δεν υπήρχες.
Μέρα και νύχτα ξαγρυπνώ,δεν ξέρω τι θα γίνει,ποιος είδε κάποιον που πονά,τα μάτια του να κλείνει;
Μέσα στο νου χαρές κρατώ,και έχω φυλαγμένες,παλιές στιγμές που ζήσαμε,στα χρόνια ξεχασμένες.
Έντυσα μαύρα το κορμί,και άρχισα να σκάβω,τα όνειρα που σου ’φτιαχνα,στο φεύγα σου να θάβω.
Πάω και στέκω σε γκρεμούς,τις σιγαλιές γυρεύω,σαν είναι ο πόνος δυνατός,μόνος να τον παλεύω.
Τάξε πως είμαι αόρατος,και δε με λογαριάζεις,να 'ρθω, κερά μου, να σε δω,την ώρα που πλιαγιάζεις.
Ω το ρημάδι για μυαλό,άρχισε εδά να καίει,στ’ αθιβολής σου το καημό,και ντάκαρε να κλαίει.
Ξέρεις τι μας κρατά ψηλά,σε τούτονε τον τόπο;Πρώτον είναι η λεβεντιά,και δεύτερον, το πρώτο.
Δυο λέξεις έχουν χαραχτεί,για πάντα στην καρδιά μου,κι ήταν η πρώτη σου φορά,που φώναξες «μπαμπά μου».
Ότι καλύτερο μπορώ,για τα παιδιά μου κάνω,γιατί είν' αυτά που πίσω μου,θα αφήσω όταν πεθάνω.
Αν μαθευτεί πως πέθανα,μη το περάσεις ψέμα,είναι απλό, σε λάτρευα,πιο πάνω απ’ τον καθένα.
Πες μου μια λέξη μοναχά,κι εγώ θα προσπαθήσω,μ’ αυτή τη λέξη όνειρα,να σου τα ζωγραφίσω.