#μαντινάδες
346 μαντινάδες
Εγκλωβισμένο το μυαλό,σε λέξεις και εικόνες,σαν το παιδί δημοτικού,που βάνουνε κανόνες.
Όποια πληγή μου άφησες,εδά την κάνω στίχο,το έλεγες, για χάρη σου,μια μέρα θα πετύχω.
Έχω γεμίσει το κορμί,πληγές γεμάτο να 'ναι,τον χωρισμό μας σκάλισα,για πάντα να θυμάμαι.
Στέλνει η μοίρα τους καημούς,μπας σηκωθώ και φύγω,μα είμαι τρελός, στα χέρια μου,τους πιάνω και τους πνίγω.
Το τέλος που μας διάλεξες,αρχή για κάτι νέο,πόσο αστείο ακούγεται,αγάπη μου, τι λέω;
Μπορείς να γράφεις ό,τι θες,για όλο τον κόσμο μοίρα,μα 'γω, αυτή τη δύναμη,'πο πάνω σου την πήρα.
Φωτιά φωνάζω ν' ακουστεί,σ' όλη τη πέρα χώρα,να βγεις να δεις τι γίνεται,να σε θωρώ πολιώρα.
Μπροστά γκρεμός και πίσω μου,καμένη γη αφήνεις,στο τέλος που μας διάλεξες,να δω τι θ' απογίνεις.
Νεκρός να ζω, ή ζωντανός,να μπω μέσα στο χώμα;Φως μου, και δεν κατάφερα,να ξεδιαλέξω ακόμα.
Σαν σήμερα ξεπρόβαλε,το πρώτο μου το κλάμα,κι έτσι κυλάει η ζωή,χωρίς «μπορεί» και «άμα».
Σαν σήμερα την ένιωσα,την πρώτη μου ανάσα,θα πολεμώ μέχρι να βγει,και να βρεθώ στην κάσα.
Τι την ενοιάζουν τα όνειρα,που 'χα για κείνη κτίσει;Τα έθαψα στη γης βαθιά,μη τα ξαναγκρεμίσει.
Δεν σου ζητώ συγχώρεση,εράγισε το τζάμι,άμε να βρεις τι σου 'καμα,άλλος να σου τα κάμει.
Άκου πριν φύγεις να σου πω,τον πόθο μου τον έναν,πιο πάνω δεν αγάπησα,ποτέ μου και κανέναν.
Όταν κοιτώ στα μάτια σου,πολύ μου τη θυμίζεις,δεν είσαι αυτή που αγαπώ,απλά να το γνωρίζεις.
Λιβάνισες κι η ευωδιά,που βγάζει το λιβάνι,ό,τι κι αν τρώει το κορμί,φως μου, καλά το κάνει.
Στην καταχνιά γεννήθηκα,το μαύρο της μου μοιάζει,είναι το χρώμα του καημού,και στην καρδιά ταιριάζει.
Τα χέρια μου το άνοιξαν,το μνήμα των ονείρων,κι είχα για σένα φτιάξει εγώ,τ’ άπειρα των απείρων.