Αγάπη
145 μαντινάδες
Κάθε πρωί σ’ αναζητώ,με το που φέξει μέρα,όλες οι έννοιες παρελθόν,για μια σου καλημέρα.
Σπάω τον ήχο της σιωπής,φως μου, γιατί τρομάζω,και τ’ όνομά σου με λυγμούς,αγάπη μου, φωνάζω.
Τον ουρανό με χρώματα,για σένα θα στολίσω,μα αν μου πεις «και ρίξε τον»,θα τον εκαταλύσω.
Χωρίς εσένα δίπλα μου,το νόημα πιο θα 'ναι;να είμαι αλλού και να γελώόποτε σε θυμάμαι.
Μέσα στο σκότος, ήλιου φως,η τελευταία ελπίδα,είσαι στα μάτια μου τα δυο,ό,τι πιο ωραίο είδα.
Γιατί να φεύγει ο καιρός,χωρίς να σ' έχω πες μου,που είσαι εσύ το σήμερα,το αύριο το χτες μου.
Ξυπνώ και το χαμόγελοστα χείλη μου το φέρνεις,πολλοί το προσπαθήσανε,μα εσύ το καταφέρνεις.
Παραμυθένιε μου σεβντά,του φως μου, ηλιαχτίδα,είσαι το ομορφότερο,ξημέρωμα που είδα.
Εστέρεψε η έμπνευση,που ’χα για σένα τόση,μα μια σου λέξη ικανή,να τη ξανά φουντώσει.
Εξέχασε το στόμα μου,το γέλιο πώς το βγάζει,αφού του λείπεις δεν γελά,μονάχα αναστενάζει.
Ανάθεμα τα μάτια σου,ομορφοκοπελιά μου,και έκαψαν στο φεύγα σου,όλα τα όνειρα μου.
Βασίλισσα σ’ έχω στην καρδιά,γι’ αυτό κοντά μου έλα,είσαι η ομορφότερηστον κόσμο μου κοπέλα.
Είδα εγώ τον έρωτα,στα δυο σου μάτια μόνο,η ομορφιά σου σταματά,αγάπη μου, τον χρόνο.
Με άνθη και μ’ αρώματα,είν’ η ζωή μου όλη,κι η «ευθύνη» για όλα αυτά,το γέλιο σου, Μανώλη.
Αγάπη μου, αγόρι μου,φως μου και έρωτά μου,τάμα θα κάνω στον Θεό,μη φύγεις μακριά μου.
Μόνο εσένα σκέφτομαι,Κυριάκο, όλη μέρα,μέσα στον νου μόνο εσύ,κι οι άλλοι όλοι πέρα.
Στέκω να δω να έρχεσαι,εσύ φθινόπωρό μου,στα πρωτοβρόχια να κρυφτεί,το δάκρυ το δικό μου.
Ένα αστέρι σου κρατώ,κι απάνω του ανέβα,είσαι η ομορφότερη,σ’ αυτόν τον κόσμο, Εύα.