Αγάπη
145 μαντινάδες
Πολεμική ατμόσφαιρα,μέσα στο νου μου πάλι,ή έλα, φως μου, να σε δω,ή πάτα τη σκανδάλη.
Δέκα χιλιάδες πρωινά,να ζήσω ακόμα, Θεέ μου,όπως εκείνη αγαπώ,άλλη καμιά ποτέ μου.
Με τη σιωπή σου συζητώ,και στο κενό κοιτάζω,σαν τον τρελό κατάντησα,για σένα και τρομάζω.
Η πιο όμορφη του ονείρου μου,η πιο όμορφη στη ζήση,όποιος σε δει στον ύπνο του,δεν θέλει να ξυπνήσει.
Τι μαντινάδα να σου πω,να σ’ εντυπωσιάσω,που ’σαι, κερά μου, αφορμή,το νου μου για να χάσω.
Έχεις στο βλέμμα σου φωτιά,κι αν θες να με πεθάνεις,ρίξε το βλέμμα πάνω μου,λαμπάδα να με κάνεις.
Το χρώμα από τα μάτια σου,μ’ ενός αγγέλου μοιάζει,ποιος είδε άγγελο στη γη,και δεν τονε θαυμάζει;
Δευτέρα και Οκτώβριο,ξυπνώ μ’ άλλο αέρα,ένα σου γέλιο αφορμή,και μια σου καλημέρα.
Τι μαντινάδα να σου πω,και να γραφτεί για σένα,που ’χεις κορμί σαν όνειρο,καρδιά παραμυθένια.
Μέσα στο μαύρο της ζωής,ήρθες σαν φως και πάλι,να με τραβήξεις να σωθώ,αγάπη μου μεγάλη.
Τον έρωτά μου μαρτυρώ,στ’ αγάπης σου το πάθος,είναι δεν είναι το σωστό,είναι δεν είναι λάθος.
Όταν σε βλέπω να περνάς,με πιάνει μια λαχτάρα,κι αναρωτιέμαι μέσα μου,να μ’ αγαπάει άρα;
Νοστάλγησαν τα μάτια μου,τον τρόπο που κοιτούσες,χωρίς να πούμε τίποτα,γι’ αγάπη μου μιλούσες.
Τα μάτια σου ξεκίνησα,φως μου, να ζωγραφίζω,με λέξεις κι όχι χρώματα,κάτι θα βγει, ελπίζω.
Τα μάτια σου ξεκίνησα,μα τ’ άφησα στη μέση,αλίμονο του ποιητή,που ’ρθει σ’ αυτή τη θέση.
Ότι κι αν κάνω απ’ το πρωί,μες στο μυαλό μου είσαι,τα πιο τρελά σου όνειρα,έλα μαζί μου ζήσε.
Η πρώτη έλξη το κορμί,το γέμισε με πάθος,κι ας ξέρω πως δεν έπρεπε,γιατί ‘σουν ένα λάθος.
Είσαι το φως στη σκοτεινιά,στα σωθικά πνοή μου,είσαι το τέλος κι η αρχή,στην ίδια τη ζωή μου.