#τομαντινάδακι
351 μαντινάδες
Συγγνώμη αν υπερέβαλαστον έρωτά μας λίγο,κι είχα αρχίσει πόνους μουστα μάτια σου να πνίγω.
Σε βλέπουν και τρελαίνονται,και το καταλαβαίνεις,κάνουν πολλοί τους τον Σταυρό,στα μέρη που πηγαίνεις.
Όποιος σε δει, το νόημα,των λέξεων του χάνει,βάζεις πολλούς ταξιδευτές,στου νου σου το σεργιάνι.
Δε σβήνει ούτε μια στιγμή,το πάθος μου για σένα,είμαι κομμάτι από χαρτίκι 'σαι για μένα πένα.
Ξετελεμένο αν με δεις,να σέρνομαι μπροστά σου,μπορείς να πεις πως νίκησες,όμως, κερά μου, ξα σου.
Είσαι το φως, ο έρωτας,η θλίψη το σκοτάδι,είσαι τα πάντα της ζωήςκλεισμένα σ' ένα χάδι.
Έφυγε ο γάιδαρος,του φίλου μου του Λευτέρη,κι έτρεχε μες στη πόλη μαςπίσω για να τον φέρει.
Δε με φοβίζει ο χωρισμός,ό,τι πονά τ' αντέχω,μα με πονά να σε θωρώ,φως μου, κι να μη σ' έχω.
Ό,τι κι αν βάλω στο μυαλό,να ξέρεις θα πετύχω,φόρα θα παίρνω με μπουνιές,να ξετρυπώ τον τοίχο.
Στο πλάι σου κάθε βραδιά,θέλω να την περάσω,είσαι ό,τι ψάχνω, Γιώργη μου,δίπλα σου θα γεράσω.
Αν γιάνει με το κλάμα μου,για μια στιγμή ο πόνος,γέλα εσύ, να κλαίω εγώ,μα να γενεί συγχρόνως.
Νίκο τον λένε και έρωτα,μες στην ψυχή μου δίνει,μακάρι το συναίσθημα,έτσι να παραμείνει.
Σβήνουν οι λέξεις στον καιρό,μα μένει πίσω πόνος,που δεν γιατρεύεται ποτέ,κι αν δε πιστεύεις.. Κι όμως.
Όρκους να δίνεις αν μπορείς,εσύ να τους κρατήσεις,αλλιώς θα έρθει η στιγμήγια να μετανοήσεις.
Στον Μυλοπόταμο θα βρειςτον Νίκο και τον Γιάννη,δυο άντρες, που 'ναι δύσκολοκανείς να τους πικράνει.
Μιας εποχής μου, έρωτας,που σε κρατώ κλεισμένο,με χίλιες σκέψεις στο μυαλό,γιατί είσαι απωθημένο.
Είμαι περήφανος πολύ,για να τα παρατήσω,δεν έμαθα τι πάει να πει,μωρό μου, κάνω πίσω.
Ότι κι αν φέρει η ζωή,καθόλου δε με νοιάζει,έχω τον γιο μου δίπλα μου,αυτόν να μ' αγκαλιάζει.