Χωρισμός
87 μαντινάδες
Εγίνηκε η αγάπη μουένα τσαμπί σταφύλι,που μου πες θα γεράσουμεκαι θα 'μαστε δυο φίλοι.
Εξέχασα, και σου ζητώ,μια δεύτερη ευκαιρία,εγώ, που ήσουν τίποτακαι σε ‘κάνα κυρία.
Είναι ο καημός του φεύγα σουθάνατος που τρομάζει,ότι μπορεί να 'ρθει μια εποχή,άλλη να σ' αγκαλιάζει.
Τα τελευταία λόγια μου,σου φώναζαν αντίο,θα σκοτωθώ σου έλεγαν,και μου λέγες αστείο.
Όταν περνούσες δύσκολα,σου στάθηκα σαν βράχος,κι έφυγες, με παράτησες,στο πρώτο μου το λάθος.
Κι αν ξαναρθείς στην πόρτα μου,να κάνεις πως λυπάσαι,ψιλά στα χέρια να κρατάς,σαν τη ζητιάνα να 'σαι.
Τέτοια αγάπη έλεγες,δεν είχες βρει ποτέ σου,κι έταζες κι ξανά ’ταζεςνα γίνω ο διγαβρές σου.
Αυτά που γράφω δε θα βρειςαλλού τραγουδισμένα,είναι οι πληγές που μ' άφησες,που τα 'χουνε γραμμένα.
Εσύ, τη λέξη «σ’ αγαπώ»την έχεις καταστρέψει,φωνάζεις, κλαις, ορκίζεσαι,μα ποιος να σε πιστέψει;
Σακατεμένη η σκέψη μου,πάλι γυρνά σε άλλη,μήπως και νιώσει μια χαρά,πριν προδοθεί και πάλι.
Κλείσε τα μάτια και θα δεις,πως η ζωή μου μοιάζειέτσι να γίνει κι η ζωήκείνου που σ’ αγκαλιάζει
Αν θες, να μάθεις πως περνώ,κάνε τον κόπο κι έλαμήπως, γλιτώσεις το κορμί,πού έφερες στη τρέλα.
Πες μου πως είναι όνειρο,πως πρέπει να ξυπνήσω,παρά να ζω και να μπορεί,μ’ άλλον να σ’ αντικρίσω.
Μου έκλεψες το αύριοτο πριν το χτες το τώραείναι η στιγμή που σμίξαμε,καταραμένη ώρα.
Νύφη σε φανταζόμουνα,στης Εκκλησιάς τη σκάλαμα είχε γράψει η μοίρα μας,για μας τους δύο άλλα.