Αγάπη
145 μαντινάδες
Πάλι κερδίζεις την πρωτιά,βασίλισσα στη στέψη,όσα κι αν έχω στο μυαλό,είσαι η πρώτη σκέψη.
Γίγαντα μου στις κορυφές,να στέκεσαι και μόνο,κι εγώ ας είμαι χαμηλάπάλι θα καμαρώνω.
Μες στο χορό άλλη καμιά,με τα δικά σου ζάλα,την Κρήτη κι αν εγύρισα,δεν ξαναβρήκα άλλα.
Σαν θησαυρό σε κράτησα,κρυφά για το καλό μου,ήσουν και θα 'σαι μια ζωή,εσύ το ακριβό μου.
Ένα χαμόγελο πολύ,μου πέφτει κοπελιά μου,γιατί γελάς και λιάζεται,ολόκληρη η καρδιά μου.
Όποιος στα χέρια σε κρατά,βαστά τα πάθη όλα,κι είναι πολλοί που καίγονται,για αυτά τα πάθη βιόλα.
Τα μάτια σου με γέμισαν,μ' ένα καράβι πόνο,μα είμαι εδώ να τα θωρώ,εκείνα θέλω μόνο.
Γελάς που τα τραγούδια μου,σου τραγουδούν τον πόνο,πως φαίνεται η αγάπη μου,δεν έσβησε στον χρόνο.
Φωτιά φωνάζω ν' ακουστεί,σ' όλη τη πέρα χώρα,να βγεις να δεις τι γίνεται,να σε θωρώ πολιώρα.
Λιβάνισες κι η ευωδιά,που βγάζει το λιβάνι,ό,τι κι αν τρώει το κορμί,φως μου, καλά το κάνει.
Κράτα μια θέση στην καρδιά,στον χρόνο μη με σβήσεις,μου είχες πει πως δε θα βρεις,πιο πάνω ν’ αγαπήσεις.
Τάξε πως είμαι αόρατος,και δε με λογαριάζεις,να 'ρθω, κερά μου, να σε δω,την ώρα που πλιαγιάζεις.
Αν μαθευτεί πως πέθανα,μη το περάσεις ψέμα,είναι απλό, σε λάτρευα,πιο πάνω απ’ τον καθένα.
Πες μου μια λέξη μοναχά,κι εγώ θα προσπαθήσω,μ’ αυτή τη λέξη όνειρα,να σου τα ζωγραφίσω.
Μπροστά περνάς και πίσω σου,μοσχοβολάνε όλα,ξεχνώ τα πάθη του σεβντά,και πάνε στη καλιώρα.
Αφήσαμε έναν έρωτα,κάποτε εμείς, Αλέξη,γύρνα και πάρε με αγκαλιά,χωρίς να πούμε λέξη.
Κοιτώ σκιές που μοιάζουνελιγάκι στη δική σου,να ξεχαστώ πως ήμουναένα λεπτό μαζί σου.
Πειράγματα που κάνει ο νους,κάθε φορά που κλαίω,θαρρώ πως είσαι δίπλα μου,τον πόνο μου σου λέω.