Εξερεύνηση
353 μαντινάδες
Όταν χαθώ, τα λόγια μου,θα έχεις πίσω μόνο,να σου κρατάνε συντροφιά,τις νύχτες μες στον πόνο.
Με τη σιωπή σου συζητώ,και στο κενό κοιτάζω,σαν τον τρελό κατάντησα,για σένα και τρομάζω.
Η μαντινάδα θα γραφτεί,μ’ ό,τι στο νου μου έχω,γι’ αυτό τις λέξεις πριν τις πω,κερά μου, τις προσέχω.
Η πιο όμορφη του ονείρου μου,η πιο όμορφη στη ζήση,όποιος σε δει στον ύπνο του,δεν θέλει να ξυπνήσει.
Μπορεί να μένω σιωπηλός,μέσα σε τόσο πόνο,μα είμαι άνθρωπος κι εγώ,αγάπη μου και λιώνω.
Τι μαντινάδα να σου πω,να σ’ εντυπωσιάσω,που ’σαι, κερά μου, αφορμή,το νου μου για να χάσω.
Έχεις στο βλέμμα σου φωτιά,κι αν θες να με πεθάνεις,ρίξε το βλέμμα πάνω μου,λαμπάδα να με κάνεις.
Το χρώμα από τα μάτια σου,μ’ ενός αγγέλου μοιάζει,ποιος είδε άγγελο στη γη,και δεν τονε θαυμάζει;
Δευτέρα και Οκτώβριο,ξυπνώ μ’ άλλο αέρα,ένα σου γέλιο αφορμή,και μια σου καλημέρα.
Τι μαντινάδα να σου πω,και να γραφτεί για σένα,που ’χεις κορμί σαν όνειρο,καρδιά παραμυθένια.
Μέσα στο μαύρο της ζωής,ήρθες σαν φως και πάλι,να με τραβήξεις να σωθώ,αγάπη μου μεγάλη.
Τον έρωτά μου μαρτυρώ,στ’ αγάπης σου το πάθος,είναι δεν είναι το σωστό,είναι δεν είναι λάθος.
Όταν σε βλέπω να περνάς,με πιάνει μια λαχτάρα,κι αναρωτιέμαι μέσα μου,να μ’ αγαπάει άρα;
Νοστάλγησαν τα μάτια μου,τον τρόπο που κοιτούσες,χωρίς να πούμε τίποτα,γι’ αγάπη μου μιλούσες.
Αυτό που κάνω άπειρο,στον χρόνο δεν τελειώνει,θα γράφω μια, ή δυο, ή τρεις,κάθε που ξημερώνει.
Τα μάτια σου ξεκίνησα,μα τ’ άφησα στη μέση,αλίμονο του ποιητή,που ’ρθει σ’ αυτή τη θέση.
Τα μάτια σου ξεκίνησα,φως μου, να ζωγραφίζω,με λέξεις κι όχι χρώματα,κάτι θα βγει, ελπίζω.
Ότι κι αν κάνω απ’ το πρωί,μες στο μυαλό μου είσαι,τα πιο τρελά σου όνειρα,έλα μαζί μου ζήσε.